Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Β' Συνθετικό - Οδύνη, ομαλός, όνομα (όνυμα), όλεθρος, όροφος, ορυχείο

Σε λέξεις από -ο όπως οδύνη, όλεθρος, ομαλός, όνομα (όνυμα), όροφος, ορυχείο το αρχικό -ο γίνεται -ω όταν οι λέξεις γίνονται β'συνθετικά ή παράγουν λέξεις με αχώριστα μόρια

Παραδείγματα:
1. οδύνη: ο ψυχικός ή σωματικός πόνος
 επί + οδύνη = επώδυνος, π.χ. Ο αποχωρισμός ενός καλού φίλου είναι επώδυνος.
α(στερητικό) + οδύνη =ανώδυνος, π.χ. Γέννησε με ανώδυνο τοκετό.

2. όλεθρος: η ολοκληρωτική καταστροφή
οὐκ εἰς ὄλεθρον = δεν πας να χαθείς;
παν + όλεθρος =πανωλεθρία, π.χ. Οι Πέρσες έπαθαν πανωλεθρία στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

3. ομαλός: αυτός που δεν έχει εσοχές ή προεξοχές, ίσιος, ευθύς, επίπεδος
α(στερητικό) + ομαλός =ανώμαλος π.χ. Ο δρόμος μέχρι το χωριό ήταν ανώμαλος, γεμάτος ανηφόρες και κατηφόρες.

4. όνομα:
επί + όνομα(όνυμα) =επώνυμος, π.χ. Όλοι οι επώνυμοι Αθηναίοι βρέθηκαν στην πρεμιέρα του έργου.
α(στερητικό) + όνομα(όνυμα) =ανώνυμος π.χ. Τη δωρεά έκανε κάποιος που θέλησε να μείνει ανώνυμος.
ομού + όνομα =ομώνυμος, π.χ. Στο νησί βρίσκεται ο ομώνυμος οικισμός. - Ομώνυμα κλάσματα, όσα έχουν ίδιο παρονομαστή.
συν + όνομα= συνώνυμος, π.χ. Η λέξη "επίπεδος" είναι συνώνυμη με τη λέξη "ομαλός"
αντί + όνομα=αντωνυμία, π.χ. Η προσωπική αντωνυμία χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις.
πολύ + όνομα =πολυώνυμος, π.χ. Τα πολυώνυμα σταα μαθηματικά είναι αλγεβρικές παραστάσεις.
ίδιος + όνομα = ιδιώνυμος π.χ. Ο Βενιζέλος καθιέρωσε το ιδιώνυμο αδίκημα.
ευ + όνομα =ευώνυμος π.χ. Αυτός που έχει καλή φήμη, όνομα, έντιμος.
Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν εὐώνυμον κέρας την αριστερή πτέρυγα του στρατεύματος.

5. όροφος: οριζόντιο επίπεδο κτίσματος
δύο (δι-) + όροφος=διώροφος, π.χ. Το σπίτι του παππού στη Σμύρνη ήταν διώροφο.
τρία (τρι-) + όροφος = τριώροφος
πολύ+όροφος =πολυώροφος π.χ. Οι ουρανοξύστες είναι πολυώροφοι.

6. ορυχείο: τόπος στον οποίο συστηματικά εξάγονται ορυκτά
μέταλλο + ορυχείο =μεταλλωρυχείο π.χ. Εργάζεται σε μεταλλωρυχείο στη Χαλκιδική.
τύμβος + ορύττω =τυμβωρύχος (tomb raider) αυτός που λεηλατεί, κλέβει τύμβους, αρχαίους τάφους
δια + ορύττω = διώρυγα, η τεχνητή κατασκευή που ενώνει δυο θάλασσες ή λίμνες, π.χ. η διώρυγα της Κορίνθου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.