Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

αρχαία Γυμνάσιο κλίση παιδεύομαι




 B) Μέση





Οριστική
Υποτακτική
ευκτική
ενεστώτας
1.Εν.
2.Εν.
3.Εν.
1.Πλ.
2.Πλ.
3.Πλ.
2.Δυ.
3.Δυ.
παιδεύ-ο- μαι
παιδε
ύ- (-ει)
παιδε
ύ-ε-ται
παιδευ-
ό-μεθα
παιδε
ύ-ε-σθε
παιδε
ύ-ο-νται
παιδεύ-ε-σθον
παιδε
ύ-ε-σθον
παιδεύ-ω-μαι
παιδε
ύ-
παιδε
ύ-η-ται
παιδευ-
ώ-μεθα
παιδε
ύ-η-σθε
παιδε
ύ-ω-νται
παιδεύ-η-σθον
παιδε
ύ-η-σθον
παιδευ-οί-μην
παιδε
ύ-οι-ο
παιδε
ύ-οι-το
παιδευ-ο
ί-μεθα
παιδε
ύ-οι-σθε
παιδε
ύ-οι-ντο
παιδεύ-οι-σθον
παιδευ-ο
ί-σθην
παρατατικός
1.Εν.
2.Εν.
3.Εν.
1.Πλ.
2.Πλ.
3.Πλ.
2.Δυ.
3.Δυ.
-παιδευ ό μην
-παιδεύ ου
-παιδεύ ε το
-παιδευ ό μεθα
-παιδεύ ε σθε
-παιδεύ ο ντο
-παιδεύ-ε-σθον
-παιδευ-έ-σθην



Απαρέμφατο
Μετοχή
προστακτική
ενεστώτας

παιδεύ-ε-σθαι
παιδευ-ό-μενος
παιδευ-ο-μένη
παιδευ-ό- μενον
2.Ε.
3.Ε.
παιδεύ-ου
παιδευ-έ-σθω
2.Π.
3.Π.
παιδεύ-ε-σθε
παιδευ-έ-σθων
παιδευ-
έ-σθωσαν
2.Δ.
3.Δ.
παιδεύ-ε-σθον
παιδευ-
έ-σθων

Οριστική
Υποτακτική
ευκτική
μέλλοντας
1.Εν.
2.Εν.
3.Εν.
1.Πλ.
2.Πλ.
3.Πλ.
2.Δυ.
3.Δυ.
παιδεύ-σ-ο- μαι
παιδε
ύ-σ- (-ει)
παιδε
ύ-σ-ε-ται
παιδευ-σ-
ό-μεθα
παιδε
ύ-σ-ε-σθε
παιδε
ύ-σ-ο-νται
παιδεύ-σ-ε-σθον
παιδε
ύ-σ-ε-σθον

παιδευ-σ-οί-μην
παιδε
ύ-σ-οι-ο
παιδε
ύ-σ-οι-το
παιδευ-σ-ο
ί-μεθα
παιδε
ύ-σ-οι-σθε
παιδε
ύ-σ-οι-ντο
παιδεύ-σ-οι-σθον
παιδευ-σ-ο
ί-σθην

Απαρέμφατο
Μετοχή
προστακτική
μέλλοντας

παιδεύ σ ε σθαι
παιδευ σ ό μενος

παιδευ σ ο μένη
παιδευ σ ό μενον

Οριστική
Υποτακτική
ευκτική
αόριστος
1.Εν.
2.Εν.
3.Εν.
1.Πλ.
2.Πλ.
3.Πλ.
2.Δυ.
3.Δυ.
-παίδευ-σ-ά-μην
-παιδεύ-σ-ω
-παιδεύ-σ-α-το
-παιδευ-σ-ά-μεθα
-παιδεύ-σ-α-σθε
-παιδεύ-σ-α-ντο
-παιδεύ-σ-α-τον
-παιδευ-σ-ά-την
παιδεύ-σ-ω- μαι
παιδε
ύ-σ-
παιδε
ύ-σ-η-ται
παιδευ-σ-
ώ-μεθα
παιδε
ύ-σ-η-σθε
παιδε
ύ-σ-ω-νται
παιδεύ-σ-η-τον
παιδε
ύ-σ-η-τον
παιδευ-σ-αί-μην
παιδε
ύ-σ-αι-ο
παιδε
ύ-σ-αι-το
παιδευ-σ-α
ί-μεθα
παιδε
ύ-σ-αι-σθε
παιδε
ύ-σ-αι-ντο
παιδεύ-σ-αι-σθον
παιδευ-σ-α
ί-σθην

Απαρέμφατο
Μετοχή
προστακτική
αόριστος

παιδεύ-σ-α-σθαι
παιδευ-σ-ά-μενος
παιδευ-σ-α-μένη
παίδευ-σ-ά-μενον
2.Ε.
3.Ε.
παίδευ-σαι
παιδευ-σ-
ά-σθω
2.Π.
3.Π.
παιδεύ-σ-α-σθε
παιδευ-σ-
ά-σθων
παιδευ-σ-ά-σθωσαν
2.Δ.
3.Δ.
παιδεύ-σα-σθον
παιδευ-σ
ά-σθων

Οριστική
Υποτακτική
ευκτική
παρακείμενος
1.Εν.
2.Εν.
3.Εν.
1.Πλ.
2.Πλ.
3.Πλ.
2.Δυ.
3.Δυ.
πε-παίδευ-μαι
πε-παίδευ-σαι
πε-παίδευ-ται
πε-παιδεύ-μεθα
πε-παίδευ-σθε
πε-πα
ίδευ-νται
πε-παίδευ-σθον
πε-πα
ίδευ-σθον
πε-παιδευ-μένος, η, ον

ς
πε-παιδευ-μένοι, αι, α
μεν
τε
σιν
πε-παίδευ-μένω, α, ω
τον
τον
πε-παιδευ-μένος, η, ον
εην
ε
ης
ε
η
πε-παιδευ-μένοι, αι, α
εμεν
  ε
τε
ε
εν
πε-παίδευ-μένω, α, ω
ετον
ε
την
Υπερσυντέλικος
1.Εν.
2.Εν.
3.Εν.
1.Πλ.
2.Πλ.
3.Πλ.
2.Δυ.
3.Δυ.
-πε-παιδεύ-μην
-πε-παίδευ-σο
-πε-παίδευ-το
-πε-παιδεύ-μεθα
-πε-παίδευ-σθε
-πε-παίδευ-ντο
-πε-παίδευ-σθον
-πε-παιδεύ-σθην


Συντ. μελλ.
1.Εν.
2.Εν.
3.Εν.
1.Πλ.
2.Πλ.
3.Πλ.
2.Δυ.
3.Δυ.
πε-παιδεύ-σ-ο- μαι
πε-παιδε
ύ-σ-
πε-παιδε
ύ-σ-ε-ται
πε-παιδευ-σ-
ό-μεθα
πε-παιδε
ύ-σ-ε-σθε
πε-παιδε
ύ-σ-ο-νται
πε-παιδεύ-σ-ε-σθον
πε-παιδε
ύ-σ-ε-σθον



Απαρέμφατο
Μετοχή
προστακτική
παρακείμενος

πε-παιδε-σθαι
πε-παιδευ-μένος
πε-παιδευ-μένη
πε-παιδευ-μένον
2.Ε.
3.Ε.
πε-παίδευ-σο
πε-παιδε
ύ-σθω
2.Π.
3.Π.
πε-παίδευ-σθε
πε-παιδε
ύ-σθων
πε-παιδε
ύ-σθωσαν
2.Δ.
3.Δ.
πε-παίδευ-σθον
πε-παιδε
ύ-σθων










 πηγή: www.gottwein.de

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.