Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Δραματική ποίηση στην Κλασική εποχή



Δραματική ποίηση στην κλασική εποχή


Το 535 π.Χ. με τον πρώτο θεατρικό αγώνα που οργάνωσε ο Πεισίστρατος, οι δραματικές παραστάσεις καθιερώθηκαν ως αναπόσπαστο μέρος της διονυσιακής λατρείας. Το 508 π.Χ. οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Ο 5ος αιώνας π.Χ. είναι ο αιώνας της ακμής τόσο του αττικού δράματος όσο και της αθηναϊκής δημοκρατίας. Όταν αργότερα υποχωρούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, θα υποβαθμιστεί και η τραγωδία. Αυτή η παράλληλη πορεία της δημοκρατίας με τις θεατρικές εκδηλώσεις δεν είναι συμπτωματική: το αρχαίο θέατρο ως τέχνη και ως θεσμός έχει πολλά που το συνδέουν με τη δημοκρατία.


Στη δημοκρατία υπάρχει η δυνατότητα στον καθένα να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του και ακολουθεί ο διάλογος, η ανταλλαγή διαφορετικών απόψεων. Αντίστοιχα, στο θέατρο κυριαρχούν η πολυφωνία και ο διάλογος, ο διάλογος των υποκριτών μεταξύ τους, αλλά και ο διάλογος των υποκριτών με το Χορό. Καθώς μάλιστα τα πρόσωπα που υποδύονται οι υποκριτές είναι επώνυμοι αξιωματούχοι, ενώ ο Χορός απαρτίζεται από ανώνυμο πλήθος, ο διάλογος του Χορού με τους υποκριτές αποκτά πρόσθετη κοινωνική σημασία.


Οι υποκριτές συνομιλούν με απαγγελτικούς, ιαμβικούς στίχους, συνήθως, που προσεγγίζουν τον τρόπο της καθημερινής ομιλίας. Ο Χορός εκφράζεται με τραγούδια, με χορευτικές κινήσεις και επιφωνήματα. Η διαφορά έχει σημασία, καθώς οι επώνυμοι διατυπώνουν τη γνώμη τους με συγκροτημένο λόγο (ομιλίες, διαγγέλματα, δημόσιες συζητήσεις) ενώ το πλήθος εκφράζεται με πορείες, συνθήματα, ρυθμικές κινήσεις και τραγούδια.Έτσι στο αρχαίο δράμα, όπως και στη δημοκρατία, τόσο οι προσωπικές απόψεις των λίγων και ξεχωριστών, όσο και η κοινή γνώμη των πολλών, μπορούσαν να εκφραστούν ελεύθερα με τον τρόπο τους.


Οι δραματικοί αγώνες αποτελούσαν κοινωνικό θεσμό. Οργανώνονταν βέβαια από την πολιτεία. Ωστόσο η συμμετοχή των πολιτών ήταν καθοριστική, καθώς χρηματοδοτούσαν τις παραστάσεις, επάνδρωναν τους Χορούς, αποτελούσαν το ακροατήριο, αποφάσιζαν για την απονομή των βραβείων και μετά το τέλος των εκδηλώσεων έκριναν στην εκκλησία του Δήμου των οργανωτική επιτυχία ή αποτυχία των αγώνων.


Θεατρικές παραστάσεις γίνονταν μόνο στις γιορτές του Διονύσου, δύο φορές τον χρόνο, στα Μεγάλα Διονύσια (Μάρτιος/Απρίλιος) και στα Λήναια (Γενάρης/ Φλεβάρης). Οι ιερείς στα Μεγάλα Διονύσια μετέφεραν το ξόανο του θεού στο θέατρο και το εγκαθιστούσαν στην πρώτη σειρά. Ακολουθούσαν οι διθυραμβικοί αγώνες, όπου έπαιρναν μέρος και οι δέκα φυλές της Αθήνας, οι πέντε με αντρικό και οι πέντε με παιδικό Χορό. Σειρά είχαν οι δραματικοί αγώνες: τρεις μέρες για τις τραγωδίες, μια μέρα για κάθε ποιητή, που έπρεπε να παρουσιάσει μια ολόκληρη τετραλογία (τρεις τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα), και μια μόνο μέρα για τις κωμωδίες, όπου  σε αυτήν πέντε ποιητές, ένας μετά τον άλλο, παρουσίαζαν από μία κωμωδία ο καθένας. Στα Λήναια το πρόγραμμα ήταν πιο περιορισμένο, όπως περιορισμοί υπήρχαν και στα Μεγάλα Διονύσια εάν η πολιτεία αντιμετώπιζε δυσκολίες.


Υπεύθυνος για τη διοργάνωση από την πλευρά της πολιτείας ήταν ο επώνυμος άρχοντας κάθε χρονιάς. Αυτός με τους βοηθούς του όριζαν χορηγούς, πλούσιους Αθηναίους που θα αναλάμβαναν ο καθένας τα έξοδα μιας παράστασης, τους ποιητές που θα παρουσίαζαν τα έργα τους, και τους υποκριτές που θα κρατούσαν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. 


Ο χορηγός ήταν υποχρεωμένος να επιλέξει, να συντηρήσει και να αποζημιώσει τα μέλη του Χορού όσο κρατούσαν οι δοκιμές, και ακόμα να φροντίσει για τους μουσικούς και για όσα πρόσωπα και υλικά (ρούχα, προσωπεία, όπλα κλπ) ήταν απαραίτητα για την παράσταση. Τα έξοδά του ήταν μεγάλα (η χορηγία ήταν λειτουργία, μορφή έμμεσης φορολόγησης) αλλά μεγάλη ήταν και η ηθική του ικανοποίηση σε περίπτωση διάκρισης, οπότε ο χορηγός βραβευόταν μαζί με τον ποιητή και είχε δικαίωμα να στήσει μνημείο της νίκης του.


Οι χορευτές ήταν ερασιτέχνες, νέοι καλλίφωνοι και καλογυμνασμένοι που το θεωρούσαν τιμή και πολιτική τους υποχρέωση να πάρουν μέρος στις παραστάσεις. Το έργο τους ήταν δύσκολο ιδιαίτερα στους τραγικούς Χορούς, όπου τα ίδια πρόσωπα έπαιρναν μέρος και στα τέσσερα δράματα της ημέρας, αλλάζοντας σκευή και παριστάνοντας διαδοχικά (π.χ. στην Ορέστεια του Αισχύλου) γέροντες Μυκηναίους, θεραπαινίδες του παλατιού, Ευμενίδες και Σατύρους.


Ερασιτέχνες ήταν αρχικά και οι υποκριτές. Με τα χρόνια όμως, καθώς οι απαιτήσεις μεγάλωσαν και καθιερώθηκε ειδικό βραβείο για τους πρωταγωνιστές, οι προικισμένοι ηθοποιοί έγιναν περιζήτητοι επαγγελματίες, και πια τον 4ο αιώνα π.Χ. οἱ περὶ τὸν Διόνυσον τεχνῖται οργανώθηκαν σε συντεχνίες. Το έργο τους επίσης ήταν δύσκολο καθώς σε κάθε παράσταση ενσαρκώνουν όλους τους ρόλους, ανδρικούς και γυναικείους, αλλάζοντας σκευή ανάλογα με τα πρόσωπα του έργου.


Το κοινό των παραστάσεων ήταν αστοί και αγρότες από όλη την Αττική, αλλά και ξένοι επισκέπτες, σύμμαχοι των Αθηναίων με τους πρεσβευτές τους, άνδρες και γυναίκες, πλούσιοι και φτωχοί. Γρήγορα ο θεατρικός χώρος αποδείχθηκε μικρός, και το πρόβλημα δεν λύθηκε με την καθιέρωση εισιτηρίου (σύμβολον), αλλά έγινε πολυπλοκότερο καθώς οι εύποροι Αθηναίοι αγόραζαν πολλά εισιτήρια για να τα μοιράσουν στους ανθρώπους τους. Ο Περικλής για να αποφύγει τέτοια φαινόμενα καθιέρωσε τα θεωρικά, επίδομα που λάμβαναν οι άποροι προκειμένου να αγοράσουν μόνοι τους το εισιτήριο.


Οι κριτές που απένειμαν τα βραβεία ήταν απλοί άνθρωποι, όχι ειδικοί τεχνοκριτικοί, εκπρόσωποι της κοινής γνώμης. Καθεμία από τις δέκα φυλές της Αττικής πρότεινε δέκα, και από τους εκατό συνολικά υποψηφίους κληρώνονταν την πρώτη μέρα των αγώνων δέκα που με την ψήφο τους αναδείκνυαν τους νικητές. 


Ο ποιητής ο τραγωδοδιδάσκαλος, δεν ήταν μόνο συγγραφέας και σκηνοθέτης της παράστασης. Έγραφε τη μουσική και επιμελούνταν τη χορογραφία, ο ίδιος κρατούσε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο - στις αρχές, γιατί με τα χρόνια οι απαιτήσεις μεγάλωναν, οι ανάγκες πολλαπλασιάζονταν και οι ποιητές χρειάστηκε να ζητούν βοήθεια από ειδικούς μουσικούς, χοροδιδασκάλους.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.